Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2008

η νοσταλγία της πρώτης φοράς....


Ενα μικρό ροδοπέταλο, το πιο μικρό και τρυφερό απ΄όλα, το
στερνοπαίδι ενός τριαντάφυλλου πούχε τάξει τα φύλλα του
μονοπάτι αγάπης να γίνουν, σε μια γωνιά κρύφτηκε, κούρνιασε
πάνω στον πόθο του να σε ξαναδεί για μια ακόμα φορά, περίμενε σκορπώντας το άρωμά του να σε σαγηνέψει όταν θαρχόσουνα...
κι ορφάνεψε απ΄το άρωμά του, μαράθηκε κάποια στιγμή...
συρρικνώθηκε φυλακίζοντας μέσα του τη νοσταλγία της πρώτης φοράς...
αφυδατώθηκε με την ανάμνηση της μυρουδιάς που σου χάρισε κι
εσύ τη ρούφηξες -πρωτόγνωρη αίσθηση μιας στιγμής ευτυχίας και
για τους δυο, αυτό βρίσκοντας μια ζεστή εισπνοή σε ένα ερωτικό λαχάνιασμα κι εσύ, ένα αιθέριο έλαιο φτιαγμένο λες για σένα, για
μια μέθεξη με τη χαρά της ζωής-
...κάποια στιγμή, μετά από καιρό...
μια απαλή αύρα το ξετρύπωσε απ τη γωνιά του...
το πήρε μαζί της για ένα μακρινό ταξίδι...
τώρα πια, ποιος ξέρει που να ταξιδεύει...
ίσως να σε ψάχνει και να παρακαλά την αύρα:
-Αύρα μου, τι θέλεις να σου τάξω, αγέρας νοτιάς να σ΄αγαπήσει
σαν κι εγώ αγάπησα έναν αγέρα νότιο...
μον΄ πάρε με στη ζεστή σου πνοή και πήγαινέ με στο ζεστό νότο,
βοριάδες δεν μου πρέπουν...
κι η αύρα, στην τόση λαχτάρα μπροστά...
ν΄αλλάξει ρότα θέλει, στο νότο ροβολάει...
κι αν είν΄ο νότος να ζεστάνει την καρδιά σου...
-λέει στο μικρό ροδοπέταλο-
...κι αν είναι οι ατμοί της θάλασσας να ξαναγεμίσουν με σφρίγος και
χυμούς τους άδειους ιστούς σου...
κι αν είναι οι κραυγές των γλάρων να σε κάνουν
να χαμογελάσεις...
κι αν είναι τα μικρά κυματάκια να σε κάνουν να παίξεις μαζί τους...
εγώ θα σε πάω...
μα θα φύγω μετά για πάντα...
κι εκεί θα μείνεις.
Θέλεις;
Το μικρό, τρυφερό ροδοπέταλο, το στερνοπαίδι, το μαραμένο
απ΄την προσμονή, κούνησε το κεφάλι:
-Ναι να με πας και να μην έρθεις ξανά στη ζωή μου. Στο νότο θε
να ζήσω. Στους γλάρους θ΄ακουμπάω την ακοή μου, στα κυματάκια τ΄άσπρα το βλέμμα μου, στους μυρωμένους υδρατμούς την
όσφρησή μου, στην απαλή άμμο την αφή μου, στην αλμύρα τη
γεύση μου.
Τίποτα άλλο δεν θα μου έχει μείνει πια για να θέλω να φύγω.
Κι η αύρα, έτσι έκανε.
Μια τέτοια αύρα να πάρει και σένα στη ζεστή πνοή της.

θέλει να πει πολλά αυτός
ο ανώνυμος που τόγραψε!!!

παρτίδα σκάκι....



Καθίσαμε απέναντι.
Τα δικά μου πιόνια ήταν σύννεφα.
Τα δικά του σίδερο και αίμα.
Αυτός είχε τα μαύρα.
Σκληροί, γυαλιστεροί οι πύργοι του
επιτέθηκαν με ορμή
ενώ η βασίλισσά μου ξεντυνόταν στο σκοτάδι.

Ήταν καλός αντίπαλος,
προέβλεπε κάθε μου κίνηση
πριν καλά καλά ακόμα την σκεφτώ,
κι εγώ παρ' όλα αυτά την έκανα,
με την ήρεμη εγκατάλειψη αυτού
που βαδίζει στο χαμό του.

Ίσως τελικά να με γοήτευε
το πόσο γρήγορα εξόντωσε τους στρατιώτες μου,
τους αξιωματικούς,
τους πύργους,
τα οχυρά,
τις γέφυρες,
τον βασιλιά τον ίδιο
πόσο εύκολα διαπέρασε,
εισχώρησε και άλωσε βασίλεια ολόκληρα αρχαίας σιωπής
και πως τελικά αιχμαλώτισε εκείνη τη μικρή βασίλισσα
από νεραϊδοκλωστή
που τόσο της άρεσε να διαφεύγει
με πειρατικά καράβια στις χώρες του ποτέ.

Ναι, ομολογώ ότι γνώριζα από πριν πως θα νικήσει.
Άλλωστε, γι' αυτό έπαιξα μαζί του.
Γιατί, έστω και μια φορά,
μες στη ζωή,
αξίζει κανείς να παίξει για να χάσει.


Χλόη Κουτσουμπέλη
Αδημοσίευτο ποίημα (2007)

Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2008

σκέψεις....


...Είναι στιγμές,

που φοβάμαι τις λέξεις ελεύθερες να αφήνω

σκεφτόμενη πάντα ειρωνικά μήπως γελάσεις.

Η ματιά μου πλατιά όπως της θάλασσας...

Η φωνή μου αλλοιωμένη απο τον γήινο σαρκασμό

χάνεται στα σύννεφα.

Ρουφώντας την παγωνιά του φεγγαριού

βυθίζομαι στη γνώριμη σιωπή μου.
Απίστευτο..

Φαντάστηκα τον ήλιο φτιασιδωμένο.

Την θάλασσα γυμνή δίχως το χρώμα της.

Είδες;

Ανάμεσα στα μάτια της ψυχής και του προσώπου

μεγάλο χάσμα υπάρχει...


Απόσπασμα απο το ποίημα "το χρέος"
της Μυρτώς Μελισσάκη.