Πέμπτη, 19 Φεβρουαρίου 2009

Η κυματιστή ηχώ του Έρωτα…


κρατω ό,τι ανακαλύπτω και μαρέσει πολύ

......και τούτο το βρήκα εξαιρετικό!!!!

ΜΕΡΟΣ I


Όλοι το ‘ξεραν πως η Μαργαρίτα ήταν αγοροκόριτσο. Κι όλοι το ‘βλεπαν πως ήταν ένα κορίτσι ατρόμητα φερόμενο, παρά την έφηβη του μετάληψη στην αθωότητα. Δεν φάνηκε, λοιπόν, αλλόκοτο ούτε και στον ροζιασμένο κορμό της καρυδιάς, που τούτο το έφηβο αγρίμι πέταξε το ξύλινο σπαθί της πάνω του, με μιαν ολότελα αφελή προσμονή να καρφωθεί. Πίσω από το δέντρο, όμοιος με μια δίνη σκιάς καρυδιάς, πετάχτηκε τότε ο Άγγελος, σαν να ερχόταν από το “κάπου αόρατο ψηλά”… Έβγαλε μια δυνατή κραυγή και με το υποτυπώδες τσίγκινο σπαθί του, τεμάχισε σε οριακά άπειρες στρώσεις τον φθινοπωρινό αγέρα του κάμπου.
Κάπως έτσι ξεκινούσε η μάχη της παιγνιώδους ομορφιάς τους, όπως κάθε πρωινό που μπροστά στον καθρέπτη της μητέρας της κατοπτρίζονταν οι αδέξιες καλλυντικές μεταμορφώσεις της Μαργαρίτας, με τα μισάνοιχτα κραγιόν και τις ελαιώδεις κρέμες.
Κι έπειτα ξεχύνονταν στο δάσος. Τσαλαπατούσαν τις παπαρούνες, τις μαργαρίτες και το πράσινο χορτάρι. Σαν κι κείνο το πρωί, που ο ήλιος έστυβε το χορτάρι στα καιγόμενα χέρια του.
- Μού ανήκεις, μού ανήκεις, της είπε.
Εκείνη - βασίλισσα ντυμένη - κοκκίνισε.
- Κι εγώ σου ανήκω, ανταπάντησε.
- Έλα να το πούμε μαζί κι οι δυο !
Αγκαλιάστηκαν και κυλίστηκαν στο χορτάρι.
«Ο αέρας μύριζε βόδια και λαγούς», όπως τους είχε πει πρωτύτερα ένας μοναχικός νεαρός που χαιρέτησαν στον δρόμο τους.
Είχε βρέξει νωρίτερα και κάθε πόρος του σώματος οσφραινόταν με την μέγιστη οξύτητα. Τα δυο έφηβα κορμιά, με ένα σφιχταγκάλιασμα που έμοιαζε αναλίγωμα, αφέθηκαν για λίγο στην σιωπή. Κι έπειτα ματαρχίνησαν τις ανακραυγές, τρέχοντας χέρι-χέρι στον αγρό.
Κάπου παράμερα απ’ το εφηβικό παιζογλέντι, μια παρθένα κόρη είχε καθίσει σ’ έναν ξεπλυμένο πράσινο βράχο κι έπαιζε μαντολίνο, τραγουδώντας για το flirt της : «τα μάτια του είναι ένα blue εκατομμυρίων μιλίων».
Μια άμαξα φάνηκε από μακριά. Κάμποσοι πάνω της τραγουδούσαν μ’ έναν αργυρόηχο ρυθμό. Θαρρώ πως είδα σ’ αυτό το ανθρωπομάζωμα τον Apricot, τον Cardinal, τον Cinnamon, τον Cobalt, την Verd Antique, τον Saffron, την Ultramarine και τον Vandyke Brown.
Η άμαξα σηκώθηκε απαλά και χάθηκε πίσω από τους λόφους. Απέμεινε η ψυχεδελική μουσική, που γέμιζε τον αέρα και μια απόσκια που θύμιζε παρακμή.
Τα δυο παιδιά είχαν φτάσει, με την μετέωρη βηματησιά τους, μέχρι το αλώνι. Πίσω από τον θάμνο η Μαργαρίτα είχε κρύψει ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί. Κιόλας ένας χρόνος είχε περάσει, από την εποχή που πατούσαν τα σταφύλια που το γέννησαν. Μόλις πριν έναν χρόνο οι σφήκες μεθούσαν απ’ τον μούστο, πλάι στις γυμνές πατούσες των ποδιών και δίπλα σε βαρέλια που μέσα τους καίγονταν κοπριές αγελάδων για να διώξουν τα ενοχλητικά έντομα. Τα δυο παιδιά ορκίστηκαν να πιουν όλο το κρασί-εναλλάξ. Ο Άγγελος άρχισε να πίνει τις πρώτες γουλιές. Η Μαργαρίτα τού τ’ άρπαξε απ’ το στόμα.
- Σειρά μου, είπε.
Οινογενείς ήχοι ευφωνείου κουδούνισαν στο κεφάλι τους.




ΜΕΡΟΣ ΙΙ


Ο Έλιξ φάνηκε πίσω από τους θάμνους, στο βουναλάκι επάνω. Εκείνη την «ανύποπτη στιγμή», η Μαργαρίτα είχε σηκώσει το μπουκάλι του κρασιού, κι άφηνε να ρεύσει εντός της μια γουλιά απ’ το μεθυστικό ποτό.
«Μαργαρώ-έτσι την έλεγε ο Άγγελος-ο αδελφός σου», της ψιθύρισε συνωμοτικά ο έφηβος νέος, κι εκείνη κατέβασε απότομα το μπουκάλι. Δυο σταξιές έμειναν στο φόρεμά της και καταβροχθίστηκαν απ’ τις ίνες του βαμβακερού του υφάσματος. Η Μαργαρίτα, με μια διάχυτη μυστικοπάθεια στα λόγια της, του είπε:
- Έλα γρήγορα ! Πάμε στο ποτάμι ! Ας μας κυνηγήσει αν μας ψάχνει ! Μάλλον μας έχασε!
Άρχισαν να τρέχουν, κουνώντας στον αγέρα τα γυμνά τους χέρια και γελώντας φωναχτά. Ο αδελφός της δεν τους είχε αντιληφθεί, ως την στιγμή που έφτασε στα αυτιά του όχι μόνο το μεταλλοφωνητικό τραγούδισμα των τζιτζικιών, εκείνο το ζεστό μεσημέρι, μα και το «τιτίβισμα» της Μαργαρίτας. Ως εκείνη την στιγμή, βίτσιζε μουτρωμένος τα χόρτα που ξεροκύκλωναν απειλητικά τον περίβολο του ξωκλησιού, ανεβαίνοντας ως και ψηλότερα απ’ την πετρόχτιστη μάντρα του.




ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ


Είχε φτάσει ένας περίεργος νεαρός στο χωριό πριν μερικές μέρες. Φορούσε κόκκινο stetson καπέλο, φουλάρι στον λαιμό κι ένα ξεβαμμένο βαμβακερό κόκκινο πουκάμισο. Πάντοτε κυκλοφορούσε χαμηλοβλέποντας μέσα από τις μοναχικές θυρίδες των ματιών του κι είχε, ωστόσο, μιαν σχεδόν αδιόρατη υποψία χαρμολύπης στο μελαγχολικό σμίξιμο των φρυδιών. Τις στιγμές εκείνες που οι δυο έφηβοι έτρεχαν στον κάμπο, εκείνος καθόταν στον μαντρότοιχο της κλησούλας, κοιτώντας βαθύγνωμος πέρα μακριά στην ανατολή, μια παραλία που μόλις φαινόταν πίσω από τα βουνά, κι ένα καράβι που χανόταν απειροστικό στον ορίζοντα. Κρατούσε την κιθάρα του και τραγουδούσε:
- Είδα τον κόσμο να γυρνά σαν παιδικό παιγνίδι.
Όλες τις άλλες στιγμές της ημέρας, όταν δεν χανόταν στις μουσικές περιπλανήσεις του, θα τον έβρισκες στον ξεροπόταμο να μαζεύει βότσαλα και ξεροκάλαμα. Σκάλιζε τα καλάμια κι έφτιαχνε φλογέρες ή μικρούς σταυρούς - κι άλλοτε πάλι μορφοποιούσε σε ξυλοκαραβάκια τις «πετίλες», τα εξογκώματα του κορμού των πεύκων. Μύριζαν τότε τα χέρια του ρετσίνι και θυμάρι.
Ο Έλιξ τον έβλεπε, όμως, εκείνη την ώρα να ζωγραφίζει πάνω στο κακοτεντωμένο τελάρο του, κάτι σαν οπτασίες στον κόσμο της λογικοκρατίας των αισθήσεων. Κι ήθελε να τον πλησιάσει. Κι ήθελε να τον κάνει φίλο του. Κι ήθελε να του μάθει πώς να κυνηγά τους λαγούς και πώς να σκοτώνει τα πουλιά κάτω εκεί στις στεγνοκοίτες του μεγάλου ρυακιού. Μα του φαινόταν τόσο αλλόκοτος, όλο εκεί σκυμμένος, μισογελώντας στα δεσμά του νου του. Τον κοιτούσε ευθυσκοπικά, κι ήταν έτοιμος να του φωνάξει.
Ώσπου έφτασε στα αυτιά του η ηχώ από ένα μπουκάλι που έπεφτε στον βράχο, κι η ματιά του στράφηκε κι αντίκρισε την θέα δυο κορμιών που έτρεχαν, σχεδόν πετώντας, και χάνονταν κάτω απ’ την καμπύλωση του δρόμου στο κοντινό γιοφύρι. Και μπορούσε να ορκιστεί (με βεβαιότητα) πως αυτό που ζωγράφιζε ο νεαρός στον μουσαμά του, ήταν σχεδόν ταυτόσημο με αυτό που εκείνος έβλεπε: δυο ηλιομαγεμένα κορμιά να τρέχουν «και τα διαμαντινά ποδήματά τους να λάμπουνε στους λόφους» και τις ξερολιθιές.




ΜΕΡΟΣ IV




Ο Άγγελος έτρεχε ξωπίσω της. Εκείνη κατέβαινε το γιοφύρι γελαστή.
Κι αυτός ήθελε να είναι μαζί της. Κι ήθελε να την ακολουθεί πιστά. Κι ήθελε να την νιώσει με την ψυχή του.
Κάτι κινιόταν εντός του. Ελαφροχτυπούσαν τα αισθήματά του πάνω στα φύλλα της καρδιάς. Ελαφροπερπατούσε και αυτός στο γεφύρι κυνηγώντάς την. Σχεδόν τυφλά…
Κι ήταν η Κίρκη του. Κι ήταν η οπτασία του.
Τότε εκείνη στάθηκε. Τον περίμενε. Πάντοτε γελαστή. Τον έπιασε από το χέρι. Τον οδήγησε έξω από τον χωμάτινο μεγάλο δρόμο, σε ένα μονοπάτι που σκεπαζόταν από κοντή χλόη και το τέρμα του έφτανε στις όχθες του ποταμού, εκεί κάτω στα πλατάνια, εκεί γύρω απ’ τις σπηλιές, εκεί δίπλα στα μποστάνια των λαχανικών.
- Κλείσε τα μάτια σου, του είπε, κι άσε με να σε οδηγήσω εκεί που δεν έχεις ξανάπαει.
Μα εκείνος τα είχε ήδη κλειστά τα μάτια του, γιατί ένοιωθε πως κινιόταν μέσα σε ένα κέλυφος ονείρου. Δεν ήξερε, όμως, πότε τα έσπαζε την εύθραυστη λεπτότητά του. Κι η ψυχή του ανεβοκατέβαινε τις σκάλες συνειδητού και ασυνειδήτου, έως να φτάσει στην διαπίστωση ότι δεν ήταν όλο αυτό μια ονειροπλασία, αλλά μια πραγματικότητα. Σαν να δίστασε τότε. Και το έδειξε. Το τέντωμα του σώματος έφτασε ως την άκρη του χεριού του. Η Μαργαρίτα το ένιωσε.
- Έλα ! Δεν χρειάζεται να φοβάσαι, του είπε.
Και τον επανέφερε στην ξεκάθαρη αίσθηση ζωής. Κάτω από το εκκλησάκι του Αγίου Μηνά, νιώθοντας το χώμα να βουλιάζει βρεγμένο κάτω απ’ τα πόδια του και ακούγοντας ελαφρά το κελάρυσμα του λιγοστού ποταμίσιου νερού, αφέθηκε και πάλι στα χέρια της. Είχαν σχεδόν φτάσει κοντά στην πηγή, στα πρώτα πλατάνια. Του άφησε το χέρι και πλησίασε τον πλάτανο. Ακούμπησε με την πλάτη στον κορμό και σήκωσε την δεξιά γυμνή πατούσα, κι εκείνη τρίφτηκε στο πλατάνι, λυγίζοντας παράλληλα το γόνατο της. Τον κοίταζε κατάματα.
Κι έμοιαζε με σεμνό τριαντάφυλλο που αγκάθι μοιάζει. Όμοιο το λευκό της δέρμα με χιόνι απαλό, που το κάλυπτε - κι έλιωνε την ομορφιά του - το λουλουδάτο βαμβακερό της φόρεμα.
- Έλα κοντά μου, του είπε.
Σαν μαγεμένος κίνησε για να την πλησιάσει. Κι όταν άπλωσε το χέρι του για να την πιάσει - έχοντας στο πρόσωπο την ήρεμη προσήλωση που προκαλεί η Ομορφιά όταν την ατενίζεις - εκείνη του μισογέλασε και σύρθηκε στην άλλη πλευρά του πλατάνου, ωσάν να κρυβόταν από το γλυκομάτιασμα του. Κι εκείνος…εκείνος, αποσβολωμένος απ’ την θεία σωματική επιταγή της, ακινήτησε για λίγο, ακινήτησε θαρρούσες ως το Απειρο…

ΜΕΡΟΣ IV




O νους του χάθηκε για μια στιγμή. Και μέσα στο όνειρο εκείνης της στιγμής με ορθάνοιχτα τα μάτια, είδε ένα κατακαλόκαιρο. Στο βάθος του ορίζοντα να λάμπει σαν κρεμαστό φωτάκι το φεγγάρι του Ιουλίου. Κι εκείνοι ήσαν ξαπλωμένοι στην άμμο, γελώντας και αγκαλιάζοντας ο ένας τον άλλον. Κάπου παράμερα ακουγόταν σαν να έρπει μια μουσική υπόκωφη και στριφογυριστή και μια γυναικεία φωνή δίπλα της, μέσα της δυνατή σαν την ψυχή που ούρλιαζε κάτω απ’ τα άστρα.
Εκείνος την άγγιξε στην αρχή απαλά, κι έπειτα έγειρε λίγο το κεφάλι. Κι αυτή έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια κι άφησε τον κάτασπρο λαιμό της να γυαλίσει πιο πολύ κι απ’ την σελήνη. Μέσα τους ανατρίχιαζε ο πόθος . Κατρακυλούσαν όλα τα μόρια πάθους μέσα στο αίμα, κροτάλιζε η αποθεωμένη σιγή, λαμπύριζαν τα μάτια. Την κοίταζε αμίλητος. Το βλέμμα του καρφώθηκε στο άσπρο της δέρμα, ανατρίχιαζε, ανατρίχιαζε, ανατρίχιαζε.
Πλησίασε τα χείλη της. Λαβώθηκε απ’ την καυτή τους λάβα. Τα χείλη του στα χείλη της. Όλα δικά του…Τα χείλη του στα χείλη της. Άγγιξε με τα ακροδάκτυλα τα μαλλιά της και ένιωσε την δύναμή τους, την δύναμη του κόκκινου, σαν την μανιασμένη λάβα των χειλιών της, σαν το φεγγάρι που κοκκίνιζε πίσω από την προβολή του στο ποτήρι με το κρασί.
Το σφιχταγκάλιασμα μετρούσε την δύναμή του, με την δύναμη του παφλασμού των κυμάτων πάνω στα άδεια μπουκάλια του κρασιού που κείτονταν στην ακρογιαλιά.
Ω, το θεϊκό πάθος, ίδιο με το σύριγμα των βιολιών και την παραμόρφωση ηλεκτρικών οργάνων σε μανιασμένα κονσέρτα σύγχρονων ήχων.
Σταμάτησαν…
Την κοίταξε για λίγο για να μετρήσει την δύναμη αυτού που ένιωθε.
Σιγή…
Ακούστηκε ο παφλασμός ενός κύματος
Κι ύστερα ξαναδέθηκαν σ’’ έναν περιοδικό εναγκαλισμό και ένα βαθύ λίκνισμα των σωμάτων. Κάθε μικρό, μικρό τμήμα του δέρματος ανέπνεε μεθυσμένο έρωτα. Κάθε οπτικός πόρος τυφλωνόταν από το εκτύφλωμα των ματιών τους. Ένα καφεπράσινο, μέσα στην παλέτα του καφεπράσινου.
Κυλίστηκαν στην άμμο και στριφογύριζαν. Αργά και στριφογύριζαν. Αμμοσκέπαστοι και στριφογύριζαν. Στριφογυριστοί και φιλιόντουσαν. Γυμνώνονταν και χαμογελούσαν. Σοβάρευαν και αφηνόντουσαν. Αγγίζονταν και βρέχονταν. Πάφλαζαν και ίδρωναν. Αλατίζονταν και γλύκαιναν. Ένα άστρο έπεσε στο βάθος και κάηκε στο μαύρο του ουρανού…
Κι εκείνη…εκείνη του έδινε τον λόγο να ξαναγίνει γυναίκα όπως τότε… Κι εκείνος…εκείνος της χάριζε το δώρο του έρωτα όπως τότε…το πλούμισε, το παράθεσε δίπλα στα άστρα που έπεφταν, δίπλα στα αδειανά μπουκάλια, δίπλα στην τριγύρω σιωπή και μέσα στην υπόκωφη άφεση.
Πάνω απ’ την γη, πάνω απ’ την γη… Δίπλα στο κύμα, δίπλα στην αύρα του.
Πέρασε τα λεπτά της δάκτυλα απ’ το πρόσωπό του, απ’ τα μαλλιά του, απ’ το στήθος του, απ’ τα μπράτσα του. Τον έβλεπε να ανασαίνει, τον άκουγε να τραυλίζει από έρωτα. Κι αυτή έσφιξε τα δάκτυλά της στους ώμους του και τα σώματά τους τινάχτηκαν σαν κομήτες, έλαμψαν λίγο, έφτιαξαν ένα φωτεινό σχήμα στον ουρανό, κυκλώνονταν, κομήτης με κομήτη, φωνή με φωνή, πόθος με πόθο, γέλιο με δάκρυ, άγγιγμα με τραύλισμα, λαχάνιασμα με ίδρωμα μαζί…
Στο βάθος του ουρανού σχηματιζόταν ένας δρόμος. Κι έγραφε εκεί: Έρωτας. Ένας Έρωτας στα άστρα. Ριγμένος στην φλόγα των αναψοκοκκινισμένων σωμάτων. Ένας τυφλός νόμος του σύμπαντος για όσους ζουν σαν κομήτες την αίσθηση και δεν διστάζουν να καούν, ώσπου να βιώσουν αυτή την ανυποχώρητη ηφαιστειακή έκρηξη της αήττητης αθανασίας του.
Πέθαναν κι οι δυο εκεί, κι ένα άστρο κατέβηκε χαμηλά, τους πήρε στις ακτίνες του και τους ανέβασε στον Γαλαξία…




ΜΕΡΟΣ VI


- Άγγελε, γλυκέ μου, τι έπαθες, τον ρώτησε η Μαργαρίτα, σταματώντας προς στιγμήν το προσμειδίαμά της και τα παιδικά παιγνίδια του «κρυφτού» πίσω απ’ το δέντρο.
- Έλα, πάμε στο ποτάμι ! Θεέ μου, είσαι άσπρος σαν πανί, τι έπαθες ;
- Τίποτα. Μόνο για μια στιγμή ζαλίστηκα, αυτό είναι όλο. Έλα ας πάμε να βρούμε τα κρυμμένα σπαθιά μας. Θυμάσαι που λέγαμε χθες: «το σχολείο τελείωσε, ώρα για παιγνίδι;», είπε ο Αγγελος.
Η Μαργαρίτα γέλασε αμυδρά στην άκρη των χειλιών της, μα μια υποψία απορίας σχηματίστηκε στο σμίξιμο των φρυδιών της. «Τι να του συνέβη, σκέφτηκε, εκεί κάτω στην αρχή του ποταμιού. Το σχολείο αρχίζει όπου να ‘ναι, δεν τελείωσε χθες. Τα ξύλινα σπαθιά μας τα αφήσαμε στην πεδιάδα και ο αδελφός μου θα μας ψάχνει ! »
- Μαργαρώ, θυμάσαι τότε, συνέχισε ο Αγγελος, που παίζαμε εκείνο το παιχνίδι της “γρήγορης απόφασης”; Θυμάσαι τον αδελφό σου πάνω στο δέντρο, έτοιμο να πηδήξει στο ποτάμι; Κι εμείς που είμαστε στο νερό και του λέγαμε: «Έλα, πάρε μιαν απόφαση ! Ο χρόνος περνά-ποτέ δεν είναι αργά να την πάρεις, αλλά έχεις μόνο 10 δευτερόλεπτα. Αν δεν αποφασίσεις θα χάσεις και τότε θα καθαρίσεις εσύ την σοφίτα !». Κι εκείνος τότε είπε: «Θα πέσω !». Κι έπεσε !».
Ο Άγγελος χάθηκε και πάλι στις ίδιες εφηβικές ονειρικές περιπλανήσεις του. Αν και ώρες-ώρες νόμιζες πως εκείνο το λεπτό, που η Μαργαρίτα σύρθηκε με την πλάτη στον κορμό του πλατάνου, ως την επαναφορά στην αρχική της κατάσταση, είχε σε εκείνον συντελεστεί μια ολότελα μεγάλη αλλαγή, ως και στην εκτίμηση του χρόνου, του χώρου και του παρόντος του. Τα λόγια του, το έβλεπε η Μαργαρίτα, δεν ήσαν πια αφελή, δεν ήσαν πια λιγοστά. Η καρδιά των λόγων του, απ’ την πιο μικρή του λέξη, ως τις ακατανόητες εκφράσεις του, είχε βουτήξει σε ένα άγνωστο και αόρατο οραματικό πηγάδι. Το έβλεπε στο βλέμμα του, στις κινήσεις των χεριών του, στην ένταση των μυώνων του, στις ιδρωμένες παλάμες του, το άκουγε στην χροιά της φωνής του. Σαν να είχε μεγαλώσει σε μια στιγμή…




ΜΕΡΟΣ VIΙ



Ένας αγέρας από το πουθενά κίνησε τα σύννεφα σαν πούπουλα γαλατένιας χρωματόψης και αζωγράφητης ομορφιάς. Χορευτικές φιγούρες των φύλλων ξανάδωσαν στην ατμόσφαιρα την φθινοπωρινή μορφολογία της. Μια μουσική σχεδόν μπαρόκ με αναψοκκοκκινισμένα βιολιά, αντήχησε στους ουράνιους θόλους. Eνα αγλάισμα αστραπής στην σύγκρουση των νεφών έσκιαξε τα πουλιά στον αέρα.
Η Μαργαρίτα γέλασε φωναχτά κι ανακρότησε τις παλάμες της, χοροπηδώντας. «Ψιχαλίζει, ψιχαλίζει, ψιχαλίζει…» Ο αρκτροζέφυρος έφερνε την βροχή.
Άρχισαν να τρέχουν, κι ο κοκκινόσκουρος Σεπτέμβρης μοίραζε την βροχή. Οι δυο έφηβοι πετούσαν με τα ελαφρά ποδάρια τους πάνω από το μισολασπωμένο χώμα, δίπλα στην κοίτη του ποταμιού, για την εύρεση μιας παράγκας, ενός υπόστεγου, για να γλιτώσουν απ’ τις σκουριασμένες στάλες της βροχής… Έβρεχε στ’ αλήθεια «σκουριασμένο» χώμα εκείνο το απομεσήμερο. Ο αγέρας έφερνε από τον βορρά μια δίνη σκόνης κι οι ψιχάλες ωσμώνονταν ως τον πυρήνά της. Η Μαργαρίτα και ο Άγγελος, δεν είχαν την όψη του ουρανού. Είχαν ήδη βρει το υπόστεγο για να στεγάσουν τα όνειρά τους, είχαν την Φύση στην καρδιά τους. Ετοιμάζονταν να ανοίξουν το παράθυρο σε έναν ολόφωτο Ήλιο, ετοιμάζονταν να απογειωθούν πάνω από το ουράνιο τόξο, ετοιμάζονταν να μεταφέρουν τα μυστικά της Αιωνιότητας στις υποδοχές μνήμης της ακοίμητης εφηβείας τους.
Έξω από την παράγκα έβρεχε.
Κι εντός της, εκείνος έχωσε το χέρι του στην τσέπη κι ανακάλυψε στο βάθος της ένα πορφυρένιο λουλούδι. Το ελαφρόσφιξε στην παλάμη του και το σίμωσε στην μύτη της. Άνοιξε τη χούφτα του κι αποκαλύφθηκε η ομορφιά…των χειλιών της. Τα πλησίασε και τα άγγιξε με τα δικά του.
Φιλήθηκαν. Έτσι απλά, έτσι αθώα.
Οι σταγόνες της βροχής έσταζαν στο στάχινο υπόστεγο.
Μέσα τους ο πόθος χτυπούσε τις καρδιές και ύγραινε τα χείλη. Εξερευνητικά ανάσαιναν, χώριζαν, ενώνονταν. Τα χέρια μισότρεμαν, μισοσταθεροποιούνταν. Το δέρμα με ανοιχτούς πόρους…ανάσαινε ! Τα μάτια τους λαμπύριζαν. Γδύθηκαν μαζί. Αντάλλαξαν αναστεναγμούς και χαμηλόηχα γέλια κι έπειτα έμπλεξαν τα σώματα !
Έτσι απλά. Συνάρμοσαν τα σώματα !
Και συνύφαναν τους μισοσχηματισμένους ανδρικούς μυώνες με τα ήδη σχηματισμένα κοριτσίστικα στήθη, την θηλυκότητα με την εφηβικότητα, τον ανδρισμό με την παιδικότητα, σε ένα πλεκτό ερωτοπλούμιστης ομορφιάς.
Κι όταν φανερώθηκαν, στον υγρό αέρα της παράγκας, το χνοώδες τρίχωμα της ήβης της και το ανδρικό του μόριο, ήξεραν κι οι δυο προς τα πού λάμπαζε το ουράνιο τόξο… Και το ακολούθησαν στην καμπυλωτή πορεία του, σχεδόν ονειροπετώντας, παρέα με μυρωδιές από το βρεγμένο χώμα κι από κομμένα κυπαρισσόμηλα, που τα έσυρε ο αγέρας στο χώμα, για να διονυχίσουν τον αναστεναγμό του…




Το διήγημα αυτό γράφτηκε τον Ιούλιο του 1995,

υπό τους ήχους των πρώιμων Tindersticks και με τη γεύση μιας pure Ισπανικής sangria στα χείλη.
Βραβεύτηκε και δημοσιεύτηκε στο Βιβλίο “Λογοτεχνία στην Κηφισιά”,

αλλά η αυθεντική του version (director’s cut)

είναι ετούτη εδώ…

(από τα "Λόγια")