Τρίτη, 16 Ιουνίου 2009

.... για τα γενέθλια της Σμαρώς !!!




Μια χρονιά ακόμη.

Μία ακόμα χάντρα από το κομπολόι μας.

Λαχταράμε να μην μοιάζει με την προηγούμενη.

Ξέρουμε όμως ότι θα μοιάζει.

Θα μοιάζει με τις μέρες μας.

Θα κυλούν ίδιες, με μόνο κέρδος ότι

γινόμαστε σοφότερες,

κυνικότερες και

πιο ευάλωτες από μία χάντρα,

αποκομίζοντας την σοφία από τις ουλές της ψυχής μας.


Ο χρόνος λιγοστεύει,

συμπιέζεται.

Στριμώχνουμε αισθήματα , όνειρα.

Ο ωφέλιμος χρόνος κυλάει γρήγορα

μες στις ελλείψεις και τις αναβολές,

σφίγγει τα σπλάχνα,

κρύβεται στην καθημερινότητα,

στον υπόδουλο εαυτό μας,

στην κούραση,

στις προσδοκίες,

στις ψευδαισθήσεις,

στους υπολογισμούς,

στη θυμόσοφη διάθεσή μας.


Αναζητάμε χρόνο

να χαρίζουμε σε όσους αγαπάμε.

Τον διαστέλλουμε

και αυτός γίνεται πιο επίπονος.


Πόσο αλήθεια άλλαξε η αίσθηση του χρόνου;

Ας είναι….!!!


Το παρελθόν,

ακόμη κι αν το κρατάμε στη μνήμη μας,

μόνο πόνο φέρνει.

ας ζήσουμε το παρόν μας καλή μου…!!!

μας αποζημιώνει με μια αγκαλιά,

ένα χαμόγελο,

ένα τρυφερό άγγιγμα… !!!

ας αφεθούμε να αγαπήσουμε και

να αγαπηθούμε!!!


** ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΛΑ Ανατολή μου...

μ΄αρέσει το ξεκάθαρο βλέμμα σου…!!!

πέρασα....



Περπατώ και νυχτώνει.

Αποφασίζω και νυχτώνει.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.


Υπήρξα περίεργη και μελετηρή.

Ξέρω απ' όλα.

Λίγο απ' όλα.

Τα ονόματα των λουλουδιών όταν μαραίνονται,

πότε πρασινίζουν οι λέξεις και

πότε κρυώνουμε.

Πόσο εύκολα γυρίζει η κλειδαριά των αισθημάτων

μ' ένα οποιοδήποτε κλειδί της λησμονιάς.

Όχι δεν είμαι λυπημένη.


Πέρασα μέρες με βροχή,

εντάθηκα πίσω απ'αυτό το συρματόπλεγμα

το υδάτινο υπομονετικά κι απαρατήρητα,

όπως ο πόνος των δέντρων

όταν το ύστατο φύλλο τους φεύγει κι

όπως ο φόβος των γενναίων.

Όχι,δεν είμαι λυπημένη.


Πέρασα από κήπους,

στάθηκα σε συντριβάνια και

είδα πολλά αγαλματίδια να γελούν

σε αθέατα αίτια χαράς.

Και μικρούς ερωτιδείς, καυχησιάρηδες.

Τα τεντωμένα τόξα τους

βγήκανε μισοφέγγαρο σε νύχτες μου και ρέμβασα.

Είδα πολλά και ωραία όνειρα και

είδα να ξεχνιέμαι.

Όχι,δεν είμαι λυπημένη.


Περπάτησα πολύ στα αισθήματα,

τα δικά μου και των άλλων,

κι έμενε πάντα χώρος ανάμεσα τους

να περάσει ο πλατύς χρόνος.

Πέρασα από ταχυδρομεία και ξαναπέρασα.

Έγραψα γράμματα και ξαναέγραψα και

στο θεό της απαντήσεως προσευχήθηκα άκοπα.

Έλαβα κάρτες σύντομες:

εγκάρδιο αποχαιρετιστήριο από την Πάτρα και

κάτι χαιρετίσματα από τον Πύργο της Πίζας που γέρνει.

Όχι,δεν είμαι λυπημένη που γέρνει η μέρα.


Mίλησα πολύ.

Στους ανθρώπους,

στους φανοστάτες,

στις φωτογραφίες.

Και πολύ στις αλυσίδες.

Έμαθα να διαβάζω χέρια και να χάνω χέρια.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.


Ταξίδεψα μάλιστα.

Πήγα κι από εδώ, πήγα και από εκεί...

Παντού έτοιμος να γεράσει ο κόσμος.

Έχασα κι από εδώ, έχασα κι από κεί.

Κι από την προσοχή μου μέσα έχασα κι από την απροσεξία μου.

Πήγα και στη θάλασσα.

Μου οφειλόταν ένα πλάτος.

Πές πως το πήρα. Φ

οβήθηκα τη μοναξιά και φαντάστηκα ανθρώπους.

Τους είδα να πέφτουν από το χέρι μιας ήσυχης σκόνης,

που διέτρεχε μιάν ηλιαχτίδα

κι άλλους από τον ήχο μιας καμπάνας ελάχιστης.

Και ηχήθηκα σε κωδωνοκρουσίες ορθόδοξης ερημιάς.

Όχι,δεν είμαι λυπημένη.


Έπιασα και φωτιά και σιγοκάηκα.

Και δεν μου έλειψε ούτε των φεγγαριών η πείρα.

Η χάση τους πάνω από θάλασσες κι από μάτια, σκοτεινή, με ακόνισε.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.


Όσο μπόρεσα έφερα αντίσταση

αυτό το ποτάμι όταν είχε νερό πολύ,να μη με πάρει,

κι όσο ήταν δυνατόν φαντάστηκα

νερό στα ξεροπόταμα και παρασύρθηκα.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.


Σε σωστή ώρα νυχτώνει.


Κική Δημουλά (αγαπημένη)

μοναξιά....



Στο κάτω βλέφαρο
πλαγιάζει η πιό μικρή στιγμή του έρωτα
γιατί δεν άφησε εκεί ποτέ
φιλί ο φόβος να προκόψει.


Ο φόβος
που δένει το φι του φιδιού
παλινδρομεί τις φλέβες
στο λαιμό της σαύρας
και πάλλει την πέτρα
στο ρυθμό του κρυμμένου
αποκάτου βατράχου.


Κι εσύ ατάραχος
μεταμορφώνεις
τα τρωκτικά και τα ερπετά σου
σε νησάκια.