Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2008

οι αναμνήσεις


Άντρας: Όταν σε κοιτώ, θυμάμαι τη Γη.
Τότε στον Κήπο.
Τότε που, καθρεφτάκια κρέμονταν στα δέντρα, μικρές λάμψεις η απουσία σου,
το μεγάλο μήλο,
το μικρό φίδι,
ήμασταν άραγε ποτέ τόσο αθώοι,
τόσο επιμελημένα ένοχοι;
Θυμάσαι;

Γυναίκα: Δεν θυμάμαι τίποτε.
Όταν μιλάς, δεν καταλαβαίνω.
Μία ρωγμή χωρίζει το φύλο μου στη μέση.
Όσον αφορά εμένα, ουδέποτε υπήρξε Κήπος ή Θεός.
Μονάχη πορευόμουνα τότε και τώρα μόνη.

Άντρας: Και όμως, υπήρξαμε εραστές.
Αυτό που οι πολλοί λεν "αγγίζω".

Γυναίκα: Θυμάμαι μόνο μια λίμνη, στην άκρη ενός τίποτα,
στην πλάτη ενός βατράχου που τρέχει.
Θυμάμαι την ομίχληκαι στη μέση μια βάρκα με κουπιά.
Έφευγα μόνη και μόνο μια μέλισσα βόμβιζε στο κενό.

Άντρας: Κι όμως υπήρξαμε εραστές.
Στην άγνωστη γλώσσα των χαμένων πουλιών,
"σ' αγαπώ" σημαίνει "επιστρέφω".

Γυναίκα: Άκου
Μια κουκουβάγια μαχαιρώνει τη σιωπή.
Για μένα "σ' αγαπώ" σημαίνει
άγριο δάσος, ουρλιαχτό, φεγγάρι από αίμα.

Άντρας: Μ' αγάπησες ποτέ στ' αλήθεια;

Γυναίκα: Λίγο τσάι ακόμα;

Τα απογεύματα στην εξοχή είναι φέτες λεμονιού,
ξινά και ανεπαίσθητα ανούσια.

Αλήθεια,
πώς μπερδεύεται η αλήθεια μες στο παλιό σαμοβάρι, με το ψέμα.

Λίγη ζάχαρη ή γάλα;

…………………………

Χλόη Κουτσουμπέλη
"Η Λίμνη, ο Κήπος και η Απώλεια"

Η Μοναξιά είναι από Χώμα


Το δικό μου το πολύ πως να χωρέσει στο δικό σου το λίγο!

Κι οι δυο μας δυσανασχετούσαμε δικαιολογημένα.
Όμως μέσα σ' αυτό το λίγο σου, σ' αυτό το περιορισμένο σου, είχα την κακοτυχία να διακρίνω σκιές περαστικές που με πυρπόλησαν.

Σκιές του απέραντου.

Αυτό που δεν έλεγχες, αυτό που δεν γνώριζες, προσπερνούσε από μια σου έκφραση, από μια σου χειρονομία τυχαία και με καθήλωνε.
Δεν περιγράφεται η ματιά, η κίνηση, ο ήχος.
Ό,τι κι αν σου πω δεν θα σου μεταδώσω αυτό που μ' έκανε να σε θέλω έτσι.

Το απέραντο είναι άπιαστο, απερίγραπτο, ακαθόριστο.

Χιλιάδες να λέω εναντίον σου αμέσως θα παραλύσουν μπροστά στη γρήγορη κίνηση του χεριού σου μόλις σηκωθεί για να φτάσει στα χείλη σου και να δαγκώσεις το μικρό σου νυχάκι σμίγοντας τα φρύδια σα να σκέφτεσαι κάτι δύσκολο.
Για μια τέτοια κίνηση, κάποιες ώρες, ένιωθα έτοιμος και τη ζωή μου να δώσω.
Για μια τέτοια κίνηση!
Σαν σινιάλο άλλων κόσμων ερχόταν προς εμένα κι ανέτρεπε όσα σου καταμαρτυρούσα.

Από κατήγορο με μετέτρεπε σε ζητιάνο σου!
Για μια τέτοια κίνηση!
Δεν θα απορήσω ποτέ ξανά για το τι είναι εκείνο που αλυσοδένει ένα ζευγάρι.

Δεν φαίνεται αυτό που αλυσοδένει.

Εμείς οι απ' έξω δεν βλέπουμε τίποτα όμως ένας άντρας κανείς δεν ξέρει τι σινιάλα δέχεται από το βλέμμα μια γυναίκας, απ' την ανάσα της, από το γέλιο της, από την πιο ανεπαίσθητη χειρονομία της, από το άρωμά της.
Οι ώρες, οι ελάχιστες, που πίστευα πως σε είχα δικιά μου, που ήσουνα όπως σε ήθελα, άνοιγαν τη βασιλεία του ουρανού που με δεχότανε.
Το κρεβάτι μας άπλωνε και γινόταν το πανάκριβο "τώρα" που επιτέλους ακινητούσε της ροές του άγχους μου και με μεταμόρφωνε σε μακαριότητα.

Όμως μαζί σου κρατούσε ελάχιστα.
Αμέσως μόλις χωρίζαμε το εφιαλτικό παιχνίδι, με τους δείκτες του ρολογιού μ' έρριχνε σε ασθματικά κυνηγητά.

Οι ώρες, τα λεπτά, τα δευτερόλεπτα σάρκαζαν την ψυχή μου που μακριά σου έτρεχε συνεχώς σε ανάποδα κυλιόμενη κορδέλα.

Να σε προλάβει, να σε συλλάβει, να σε κατακρατήσει και να επαναλάβει μαζί σου εκείνο το θαυμαστό "τώρα" του έρωτα.
Εκείνο το εξαίσιο "τώρα" του έρωτα, το τόσο ανεκτίμητο κι ακριβοπληρωμένο μπορεί και να μη συμβαίνει μονάχα μαζί σου.

Ελπίζω...
Αυτή η ελπίδα με σώζει απ' την καταδίκη της άγριας εξάρτησης από σένα.

Μπορεί να 'σουν η πρόγευση άλλων ηδονών που από άλλους δρόμους βρίσκονται ασφαλέστερα και διαρκέστερα.

Δείγμα παραδείσου μέσα στην κόλαση μου άφησες.
Η πρόγευσή σου μου άναψε φωτιές.

Κι όχι μόνο στο κορμί μα και στην ψυχή κι αυτό είναι το δυσκολότερο.

Νιώθω ρακένδυτος οδοιπόρος που βγήκα για να ξαναβρώ εκείνο που αστραπιαία μου αποκάλυψε η σχισμή των δικών σου φιλιών.


Μαρώ Βαμβουνάκη

Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2008

οι δικες σου ξεχωριστές ευχες ηρθαν μια μερα νωρίτερα....


ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ
ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΑ ΚΑΙ ΑΝΘΙΣΜΕΝΑ
ΜΠΟΥΜΠΟΥΚΙ ΜΟΥ!!!

Τρίτη, 17 Ιουνίου 2008

Η εικόνα Μου



«Κάθε εικόνα είναι κλειδωμένη.
Το κλειδί της εικόνας είναι η ίδια η εικόνα.
Οποιος την αναγνωρίσει μπορεί να τη ξεκλειδώσει και
να εισχωρήσει εντός της».





Μια μέρα ξύπνησα κανονικά, όπως όλες τις άλλες μέρες.
Πήγα στο μπάνιο, πλύθηκα και κοίταξα στο καθρέφτη για να χτενιστώ.
Ο καθρέφτης όμως δεν ανταποκρίθηκε. Εμεινε άδειος.
Κοίταξα τα χέρια μου, το σώμα μου, ήταν στη θέση τους κανονικά.
'Αγγιξα το πρόσωπό μου, το ένοιωθα κάτω απ' τις ρόγες των δαχτύλων, ήταν όλα στη θέση τους.
Ξεκρέμασα το καθρέφτη και κοίταξα από πίσω. Ναι, καθρέφτης ήταν, δεν ήταν σκέτο γυαλί.
Πήγα στη τζαμόπορτα να κοίταχτώ. Ούτε εκεί φαινόταν τίποτα. Σκέτος αέρας.
Ντύθηκα, φόρεσα ένα φανταχτερό φουστάνι και ξανακοίταξα τον εαυτό μου πρώτα στο καθρέφτη και μετά στο τζάμι της μπαλκονόπορτας. Το φουστάνι φαινόταν καθαρά. Το πρόσωπο και το σώμα μου ήταν ανύπαρκτα.
Μυστήριο.
Τραγούδησα κάτι, ν' ακούσω τη φωνή μου. Έβαλα να τη μαγνητοφωνήσω. Το κασετόφωνο έγραψε τη σιωπή του δωματίου. Η φωνή μου ακουγόταν μονάχα απο μένα. Πάλι καλά.
Αποφάσισα να βγω στο δρόμο, να δω πώς θα μ' αντίκρυζαν οι άλλοι άνθρωποι. Πρώτα πήγα στο περίπτερο της πλατείας, να πάρω τσιγάρα κι εφημερίδα. Ο περιπτεράς με καλημέρησε όπως πάντα και μου 'δωσε τα ρέστα μαζί με τα καθημερινά μου ψώνια.
Στο φούρνο τα ίδια. Πρόσεξα τη γυάλινη πόρτα του φούρνου. Εβλεπα να καθρεφτίζονται επάνω της όλοι, από μένα όμως έβλεπα μόνο το φουστάνι μου.
Τι γινόταν; Μ' έβλεπαν όλοι, μόνο που δεν έβλεπα τον εαυτό μου πουθενά. Γύρισα σπίτι, τσίμπησα κάτι και ξάπλωσα στο καναπέ.
Οταν σηκώθηκα μετά από λίγο, τα μαξιλάρια έμειναν βουλιαγμένα και το φουστάνι μου έμεινε απλωμένο πάνω του.
Ξαφνιάστηκα.
Το πήρα και το ξαναφόρεσα. Αισθανόμουν ένα είδος ασφάλειας μέσα σ' αυτό το ρούχο. Δε καταλάβαινα τι συμβαίνει.
Είχα χάσει τον εαυτό μου;
Πώς θα τον ξανάβρισκα;
Πήγα στη μπανιέρα, τη γέμισα και βούλιαξα στο χλιαρό νερό. Ένοιωσα τα μέλη μου να διαλύονται, να γίνονται ένα με το αφρόλουτρο, να παίρνουν αφύσικα σχήματα, ένα χέρι σα στριμένο καλώδιο, ένα πόδι σα σχισμένη μπανανόφλουδα. Ολα καλυμμένα απ' τον αφρό πράσινου μήλου. Ξεπλύθηκα γρήγορα με παγωμένο νερό, που το ένοιωθα να τρέχει πάνω στο κορμί μου σαν ηλεκτρικό ρεύμα, απ' τη βάση του λαιμού μέχρι κάτω. Βγήκα απ' τη μπανιέρα, πήρα το μπουρνούζι μου και σκουπίστηκα καλά-καλά. Ξανακοίταξα στο καθρέφτη, τίποτα!
Ντύθηκα -μπλούζα παντελόνι αυτή τη φορά- και πήγα στη στάση του μετρό. Κατέβηκα και στριμώχτηκα με το πλήθος για να μπω σ' ένα βαγόνι. Ένοιωθα τ' άλλα σώματα να πιέζουν το δικό μου. Κάθισα σε μια θέση. Ένοιωθα απολύτως υπαρκτή. Έρριξα μια κλεφτή ματιά στο τζάμι του βαγονιού. Είδα όλους τους επιβάτες, τα πρόσωπα, τα ρούχα τους, όλα, εκτός απ' το πρόσωπό μου.
Που βρισκόμουν άραγε;
Γιατί δε μπορούσα να με δω;
Οι άλλοι άραγε έβλεπαν τα δικά τους πρόσωπα;
Εμένα μ' έβλεπαν φαίνεται, γιατί κάποιος με ρώτησε για κάποια στάση κι άκουσε σίγουρα την απάντησή μου, μια και μ' ευχαρίστησε. Είπα και 'γώ κάτι όμορφο για το παιδάκι μιας γυναίκας κι εκείνη με κοίταξε γλυκά λέγοντας στο μικρό «πες καλημέρα στη κυρία Γιωργάκη».
'Αρα; Τι συνέβαινε;
Ποιός θα μου έλυνε αυτό το μυστήριο;
Γύρισα σπίτι και τηλεφώνησα στη κολλητή μου φίλη. Γνωριζόμαστε από παιδιά και μπορούσα να της εκμυστηρευτώ τα πάντα ή σχεδόν τα πάντα. Μ' άκουσε με προσοχή και μου 'δωσε ραντεβού για να συναντηθούμε το απόγευμα σ' ένα ζαχαροπλαστείο. Ηρθε λίγο αργοπορημένη, ως συνήθως. Με κοίταξε προσεχτικά και κάθησε απέναντί μου.
«Τι είναι αυτά που μου 'λεγες στο τηλέφωνο;» ρώτησε περιμένοντας μια καθησυχαστική απάντηση, πως όλα ειν' εντάξει τώρα, πως όλα ήταν της φαντασίας μου.
'Εστρεψα το βλέμμα προς τη τζαμαρία του καταστήματος, πάλι δεν έβλεπα τίποτ' από μένα εκτός απ' τα ρούχα μου, της το είπα και με κοίταξε ερωτηματικά, σα να σκεφτόταν πως, πάει, τρελλάθηκα...
Μου είπε μια φράση-κλειδί:
«Μήπως σταμάτησες να υπάρχεις για σένα;
Μήπως υπάρχεις μόνο για τους άλλους;»
Αποχαιρετιστήκαμε κι ένοιωσα καθαρά το φιλί της στο μάγουλό μου και το μάγουλό της στα χείλη μου. Επιστρέφοντας στο σπίτι τα λόγια της τριβέλιζαν το νου μου.
Μήπως;
Πήρα ένα αγαπημένο βιβλίο και ξάπλωσα. 'Εβαλα την αγαπημένη μουσική και με πήρε ο ύπνος, σχεδόν ευτυχισμένη.
Το άλλο πρωί ξύπνησα, σηκώθηκα και ξεκίνησα τη μέρα κάνοντας τις συνηθισμένες μου κινήσεις.
Ο καθρέφτης ανταποκρίθηκε στο κοίταγμά μου.
Ημουν ολόκληρη μέσα του!
Εβγαλα ένα στεναγμό ανακούφισης.
Αχ! Υπήρχα πραγματικά, υπήρχα!

Μαρίνα Τριανταφύλλου

Τετάρτη, 2 Απριλίου 2008

οι καλοί λογαριασμοί....



κάνουν επιτυχημένες τις σχέσεις?

ποσο εύκολο ειναι κάποια σχεση να στηριχθεί σε ένα τέτοιο ''μοντέλο'' αμοιβαίας ειλικρίνειας?



ΑΝ…

1. Αν η έμφυτη φύση μας αμοιβαία έλκεται και είναι ταιριαστή ας μην αφήσουμε χαμένη αυτή τη μοναδική ευκαιρία της γνωριμίας μας γι αυτό ας κάνουμε ότι μπορούμε να το εξακριβώσουμε με όση σοβαρότητα
απαιτείτε…

2. Αν επιπλέον και η επίκτητη φύση μας είναι Ώριμη
ας περάσουμε νηφάλια και με το καλύτερο δυνατό τρόπο όλα τα αναπόφευκτα φυσικά στάδια…


Πρώτη προσέγγιση
Εσωτερικά (Ενθουσιασμός, Τρέλες ,Πάθος)
Εξωτερικά (Ταξιδάκια, Διανυκτερεύσεις, έξοδοι)

Τακτικές επαφές
Εσωτερικά (Σχέδια, αναζητήσεις, εξοικείωση)
Εξωτερικά (Μικρές αλλαγές προσέγγισης)

΄Ενωση
Εσωτερικά (Δέσιμο, Μεγάλες αποφάσεις)
Εξωτερικά (Μεγάλες αλλαγές-Καθημερινότητα)

Συμβίωση
Εσωτερικά (Στήριξη, Γερο-παραξενιές)
Εξωτερικά (Στασιμότητα ,Κόπωση, ασθένειες)

Κάθε στάδιο θέλει το χρόνο του και
έχει τις παγίδες του,
τις χαρές του και
τις λύπες του…

3. Αν η ζωή δεν ήταν γεμάτη απρόσμενες αντιξοότητες ίσως παρασυρθούμε και πούμε ότι με τη γνωριμία μας ότι βρήκαμε τον παράδεισό που χρόνια αναζητούσαμε μάταια…

Ας μη γελιόμαστε διότι όπως λέει ένα
όχι τόσο γνωστό με χιούμορ γνωμικό :
« Αν τα κακά είχανε αξία οι πτωχοί δεν θα είχανε ποπό !!! ».


Αν το λέει η καρδούλα μας και είμαστε και οι δύο μας ανθεκτικοί για την όποια αντίθετη με τις προσδοκίες μας εξέλιξη,

τότε επιχειρούμε το εγχείρημα,

απολαμβάνοντας και
αξιοποιώντας πλήρως το 1ο γεγονός,
χρησιμοποιώντας συνειδητά και σωστά το 2ο γεγονός,

χωρίς να αγνοούμε ούτε υποτιμάμε το 3ο γεγονός !!!


Αν εκ των υστέρων διαπιστώσουμε:
• δεν ταίριαζε όσο θα έπρεπε η φύση μας,
• δεν ήταν επαρκώς ώριμη η επίκτητη φύση μας
• δεν μας επέτρεψαν οι αντιξοότητες της ζωής να τα καταφέρουμε…
τότε
• ας το αντιμετωπίσουμε νηφάλια και συνετά
• ας είμαστε ευγνώμονες στη ζωή για ότι όμορφο χαρήκαμε από κοινού
• ας είμαστε υπερήφανοι για ότι καταφέραμε από κοινού
• ας έχουμε τη συνείδησή μας καθαρή ότι κάναμε ένα τίμιο παιγνίδι
• ας κρατήσουμε μια όμορφη ανθρώπινη σχέση

Πέμπτη, 27 Μαρτίου 2008

Το χρώμα του φεγγαριού


Tι χρώμα έχει η λύπη;

Ρώτησε το αστέρι την κερασιά και παραπάτησε στο ξέφτι κάποιου σύννεφου που περνούσε βιαστικά.

Δεν άκουσες;
Σε ρώτησα, τι χρώμα έχει η λύπη;
– Έχει το χρώμα που παίρνει η θάλασσα την ώρα που γέρνει ο ήλιος στη αγγαλιά της.
Ένα βαθύ άγριο μπλέ.
– Τι χρώμα έχουν τα όνειρα;
– Τα όνειρα;
Τα όνειρα έχουν το χρώμα του δειλινού.
– Τί χρώμα έχει η χαρά;
– Το χρώμα του μεσημεριού αστεράκι μου.
– Και η μοναξιά;
– Η μοναξιά έχει χρώμα μενεξελί.

– Τι όμορφα που είναι τα χρώματα!
Θα σου χαρίσω ένα ουράνιο τόξο, να το ρίχνεις επάνω σου όταν κρυώνεις.
Το αστέρι έκλεισε τα μάτια του και ακούμπησε στο φράκτη.
Έμεινε κάμποσο εκεί και ξεκουράστηκε.

– Και η αγάπη;
Ξέχασα να σε ρωτήσω, τι χρώμα έχει η αγάπη;
– …Το χρώμα που έχουν τα μάτια του Θεού, απάντησε το δέντρο.
– Τι χρώμα έχει ο έρωτας;
– Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού, όταν είναι πανσέληνος.
– Έτσι ε;
O έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού, είπε τo αστέρι…

Κοίταξε μακριά στο κενό… Και δάκρυσε …

– Πες μου ένα χαρούμενο τραγούδι για την ζωή, είπε το δέντρο στ’ αστέρι του.
– Το τραγούδι που λέει η καγκελόπορτα, όταν ανοίγει και μπαίνει κάποιος που αγαπάς.

– Δείξε μου ένα ακριβό στολίδι.
– Τα καράβια και τους Ινδιάνους με τα βέλη και τα πολύχρωμα φτερά, που είναι
ζωγραφισμένα στους άσπρους τοίχους μιας καμαρούλας.

– Όμορφη βραδιά απόψε.
Aκου, πως τραγουδάει το τριζόνι!
Σε λίγο θα βγεί ο Αυγερινός.
Σε λίγο θα ξημερώσει.
Κοίτα που ξεχάστηκε μια ξελογιασμένη καρδερίνα.
Και ξαγρυπνά.
Κοιτάζει το φεγγάρι.
Και ονειρεύεται…

Σε λίγο θα ξημερώσει…
Κοίτα που ξεχάστηκαν κάποιοι ξελογιασμένοι άνθρωποι.
Και ξαγρυπνούν.
Κοιτάζουν το φεγγάρι.
Κι ονειρεύονται…
Ονειρεύονται και ελπίζουν…

Αλκυόνη Παπαδάκη

Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2008

προσευχή.....


Μεγαλοδύναμε Κύριε,
τον αγαπώ και δεν γίνεται να κάνω αλλιώς.
Πάλεψα και δε γίνεται να ξεριζώσω μιαν αγάπη ριζωμένη,
όπως δε γίνεται να φυτέψεις με τη βία στην καρδιά έναν έρωτα.
Μεγαλοδύναμε Κύριε,
τον αγαπώ και δεν γίνεται να κάνω αλλιώς.
Για αυτό δώσε μου τη δύναμη να τον αγαπώ
έτσι όπως κανείς δεν με έχει διδάξει:

Να τον αγαπώ χωρίς προσδοκία,
χωρίς απαίτηση,
χωρίς σύγκριση,
χωρίς παζάρι,
χωρίς γκρίνια,
χωρίς οργή,
χωρίς αδημονία.
Να τον αγαπώ και
να μην τον κατασκοπεύω,
να μην τον εκβιάζω,
να μη προσπαθώ να με θαυμάσει,
να μη προσπαθώ να με λυπηθεί.

Να αποζητώ το καλό του όσο και το δικό μου καλό,
και να μη θυμώνω όταν αυτά τα δύο δε συμπίπτουν.

Να αντέχω να περιμένω,
να αντέχω να μη μοιάζει με ίνδαλμά μου,
να αντέχω να μου ανατρέπει τα όνειρά μου.
Να δέχομαι να μη με καταλαβαίνει έτσι όπως το εννοώ εγώ.
Να δέχομαι να μη τον καταλαβαίνω έτσι όπως το εννοώ εγώ.
Να τον χαίρομαι περισσότερο από όσο του παραπονιέμαι,
να τον χαίρομαι χωρίς να τον διορθώνω.

Να τον θαυμάζω χωρίς να υπολογίζω πως θα τον κακομάθω.
Να γίνομαι περισσότερο σπλαχνική παρά δίκαιη.
Να μη του φωνάξω ποτέ πως μετάνιωσα.

Μεγαλοδύναμε φώτισέ με
με την αγάπη την ελεύθερη,
την αγάπη την σταυρωμένη.

Να δραπετεύσω από την δυναστεία του έρωτά μου,
από την αλαζονεία της γνώμης μου,
από την ζητιανιά του κορμιού.

Να κάνω καρτερία στην απόρριψη,
υπακοή σε αυτό που δεν καταλαβαίνω.
Να λυγίζω στην άγνοια και την αδυναμία μου.
Να τον κερδίσω μονάχα αγαπώντας τον.
Απλά και αληθινά.
Aπλά και ήσυχα.
Αφού η αγάπη η καθαρή είναι πάντα,
πάντα αμοιβαία.

Μάρω Βαμβουνάκη

Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2008

Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2008

Post-Love



Αν είμαστε έτσι καλά
μ' αυτή την αγάπηπου πότε σωπαίνει
και πότε μιλά


Μπορούμε να μπούμε
σε πλοία και τρένα
να δούμε πολλά ή κανένα


Αν είμαστε έτσι γεροί
και νιώθουμε ωραία
που είπαμε όχι σε τόσα μπορεί


Υπάρχει ένας χρόνος
στ' αλήθεια
να ζει για τον έναν ο άλλος


Αν είμαστε έτσι ζεστά
και κάνουμε αστεία στη μέση του δρόμου
στον κόσμο μπροστά


Δεν ξέρω τι άλλο
μπορούσα να ελπίζω
θα χάσω είχα πει μα κερδίζω


στίχοι: Λίνα Νικολακοπούλου
μουσική: Νίκος Αντύπας
πρώτη εκτέλεση: ΄Αλκηστις Πρωτοψάλτη

Τρίτη, 5 Φεβρουαρίου 2008

Ιστορία αγάπης



Τον συνάντησε στο δάσος.
Γυμνός ήταν, κυνηγός.
Κυνηγούσε λέξεις.
Τις αιχμαλώτιζε με απόχη,
τις βαλσάμωνε δικές του.
Δεν του μιλούσε.
Καθόταν δίπλα του αθόρυβα.
Φορούσε μενεξεδένια κι άσπρα
φορέματα και κρινολίνα
από άχνη και κανέλα.
Αυτός την κοίταζε κρυφά,
ενώ συγχρόνως κυνηγούσε
τη λέξη «απέχω» ή τη λέξη «νοσταλγώ».
Αυτή είχε μικρούς καθρέφτες νάρκισσους
πάνω της κεντημένους,
παγίδευαν το βλέμμα προς τα έξω
ή ίσως δεν τολμούσε να κοιτάξει
την άλλη γυναίκα
που δίπλα της πνιγόταν σε πηγάδι.
Ύστερα αγαπήθηκαν.
Ο κυνηγός αγάπησε τη λέξη «αγάπη»
κι αυτή τον κυνηγό μες στους καθρέφτες της.


Χλόη Κουτσουμπέλη

Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2008

η νοσταλγία της πρώτης φοράς....


Ενα μικρό ροδοπέταλο, το πιο μικρό και τρυφερό απ΄όλα, το
στερνοπαίδι ενός τριαντάφυλλου πούχε τάξει τα φύλλα του
μονοπάτι αγάπης να γίνουν, σε μια γωνιά κρύφτηκε, κούρνιασε
πάνω στον πόθο του να σε ξαναδεί για μια ακόμα φορά, περίμενε σκορπώντας το άρωμά του να σε σαγηνέψει όταν θαρχόσουνα...
κι ορφάνεψε απ΄το άρωμά του, μαράθηκε κάποια στιγμή...
συρρικνώθηκε φυλακίζοντας μέσα του τη νοσταλγία της πρώτης φοράς...
αφυδατώθηκε με την ανάμνηση της μυρουδιάς που σου χάρισε κι
εσύ τη ρούφηξες -πρωτόγνωρη αίσθηση μιας στιγμής ευτυχίας και
για τους δυο, αυτό βρίσκοντας μια ζεστή εισπνοή σε ένα ερωτικό λαχάνιασμα κι εσύ, ένα αιθέριο έλαιο φτιαγμένο λες για σένα, για
μια μέθεξη με τη χαρά της ζωής-
...κάποια στιγμή, μετά από καιρό...
μια απαλή αύρα το ξετρύπωσε απ τη γωνιά του...
το πήρε μαζί της για ένα μακρινό ταξίδι...
τώρα πια, ποιος ξέρει που να ταξιδεύει...
ίσως να σε ψάχνει και να παρακαλά την αύρα:
-Αύρα μου, τι θέλεις να σου τάξω, αγέρας νοτιάς να σ΄αγαπήσει
σαν κι εγώ αγάπησα έναν αγέρα νότιο...
μον΄ πάρε με στη ζεστή σου πνοή και πήγαινέ με στο ζεστό νότο,
βοριάδες δεν μου πρέπουν...
κι η αύρα, στην τόση λαχτάρα μπροστά...
ν΄αλλάξει ρότα θέλει, στο νότο ροβολάει...
κι αν είν΄ο νότος να ζεστάνει την καρδιά σου...
-λέει στο μικρό ροδοπέταλο-
...κι αν είναι οι ατμοί της θάλασσας να ξαναγεμίσουν με σφρίγος και
χυμούς τους άδειους ιστούς σου...
κι αν είναι οι κραυγές των γλάρων να σε κάνουν
να χαμογελάσεις...
κι αν είναι τα μικρά κυματάκια να σε κάνουν να παίξεις μαζί τους...
εγώ θα σε πάω...
μα θα φύγω μετά για πάντα...
κι εκεί θα μείνεις.
Θέλεις;
Το μικρό, τρυφερό ροδοπέταλο, το στερνοπαίδι, το μαραμένο
απ΄την προσμονή, κούνησε το κεφάλι:
-Ναι να με πας και να μην έρθεις ξανά στη ζωή μου. Στο νότο θε
να ζήσω. Στους γλάρους θ΄ακουμπάω την ακοή μου, στα κυματάκια τ΄άσπρα το βλέμμα μου, στους μυρωμένους υδρατμούς την
όσφρησή μου, στην απαλή άμμο την αφή μου, στην αλμύρα τη
γεύση μου.
Τίποτα άλλο δεν θα μου έχει μείνει πια για να θέλω να φύγω.
Κι η αύρα, έτσι έκανε.
Μια τέτοια αύρα να πάρει και σένα στη ζεστή πνοή της.

θέλει να πει πολλά αυτός
ο ανώνυμος που τόγραψε!!!

παρτίδα σκάκι....



Καθίσαμε απέναντι.
Τα δικά μου πιόνια ήταν σύννεφα.
Τα δικά του σίδερο και αίμα.
Αυτός είχε τα μαύρα.
Σκληροί, γυαλιστεροί οι πύργοι του
επιτέθηκαν με ορμή
ενώ η βασίλισσά μου ξεντυνόταν στο σκοτάδι.

Ήταν καλός αντίπαλος,
προέβλεπε κάθε μου κίνηση
πριν καλά καλά ακόμα την σκεφτώ,
κι εγώ παρ' όλα αυτά την έκανα,
με την ήρεμη εγκατάλειψη αυτού
που βαδίζει στο χαμό του.

Ίσως τελικά να με γοήτευε
το πόσο γρήγορα εξόντωσε τους στρατιώτες μου,
τους αξιωματικούς,
τους πύργους,
τα οχυρά,
τις γέφυρες,
τον βασιλιά τον ίδιο
πόσο εύκολα διαπέρασε,
εισχώρησε και άλωσε βασίλεια ολόκληρα αρχαίας σιωπής
και πως τελικά αιχμαλώτισε εκείνη τη μικρή βασίλισσα
από νεραϊδοκλωστή
που τόσο της άρεσε να διαφεύγει
με πειρατικά καράβια στις χώρες του ποτέ.

Ναι, ομολογώ ότι γνώριζα από πριν πως θα νικήσει.
Άλλωστε, γι' αυτό έπαιξα μαζί του.
Γιατί, έστω και μια φορά,
μες στη ζωή,
αξίζει κανείς να παίξει για να χάσει.


Χλόη Κουτσουμπέλη
Αδημοσίευτο ποίημα (2007)

Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2008

σκέψεις....


...Είναι στιγμές,

που φοβάμαι τις λέξεις ελεύθερες να αφήνω

σκεφτόμενη πάντα ειρωνικά μήπως γελάσεις.

Η ματιά μου πλατιά όπως της θάλασσας...

Η φωνή μου αλλοιωμένη απο τον γήινο σαρκασμό

χάνεται στα σύννεφα.

Ρουφώντας την παγωνιά του φεγγαριού

βυθίζομαι στη γνώριμη σιωπή μου.
Απίστευτο..

Φαντάστηκα τον ήλιο φτιασιδωμένο.

Την θάλασσα γυμνή δίχως το χρώμα της.

Είδες;

Ανάμεσα στα μάτια της ψυχής και του προσώπου

μεγάλο χάσμα υπάρχει...


Απόσπασμα απο το ποίημα "το χρέος"
της Μυρτώς Μελισσάκη.

Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2008

οι γλάροι των ονείρων μου....

Έχουμε πολύ ταξιδέψει
Το σώμα σου κι εγώ
Έχουμε φανταστεί
Όσα ένα σώμα κι ένα εγώ
Μπορούν να φανταστούν.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ


Τρίτη, 15 Ιανουαρίου 2008

απόψε.....



Με ρωτάει ο καιρός

από πού θέλω να περάσει

που ακριβώς τονίζομαι

στο γέρνω ή στο γερνώ.

Αστειότητες

Κανένα τέλος δεν γνωρίζει ορθογραφία.