Τρίτη, 17 Ιουνίου 2008

Η εικόνα Μου



«Κάθε εικόνα είναι κλειδωμένη.
Το κλειδί της εικόνας είναι η ίδια η εικόνα.
Οποιος την αναγνωρίσει μπορεί να τη ξεκλειδώσει και
να εισχωρήσει εντός της».





Μια μέρα ξύπνησα κανονικά, όπως όλες τις άλλες μέρες.
Πήγα στο μπάνιο, πλύθηκα και κοίταξα στο καθρέφτη για να χτενιστώ.
Ο καθρέφτης όμως δεν ανταποκρίθηκε. Εμεινε άδειος.
Κοίταξα τα χέρια μου, το σώμα μου, ήταν στη θέση τους κανονικά.
'Αγγιξα το πρόσωπό μου, το ένοιωθα κάτω απ' τις ρόγες των δαχτύλων, ήταν όλα στη θέση τους.
Ξεκρέμασα το καθρέφτη και κοίταξα από πίσω. Ναι, καθρέφτης ήταν, δεν ήταν σκέτο γυαλί.
Πήγα στη τζαμόπορτα να κοίταχτώ. Ούτε εκεί φαινόταν τίποτα. Σκέτος αέρας.
Ντύθηκα, φόρεσα ένα φανταχτερό φουστάνι και ξανακοίταξα τον εαυτό μου πρώτα στο καθρέφτη και μετά στο τζάμι της μπαλκονόπορτας. Το φουστάνι φαινόταν καθαρά. Το πρόσωπο και το σώμα μου ήταν ανύπαρκτα.
Μυστήριο.
Τραγούδησα κάτι, ν' ακούσω τη φωνή μου. Έβαλα να τη μαγνητοφωνήσω. Το κασετόφωνο έγραψε τη σιωπή του δωματίου. Η φωνή μου ακουγόταν μονάχα απο μένα. Πάλι καλά.
Αποφάσισα να βγω στο δρόμο, να δω πώς θα μ' αντίκρυζαν οι άλλοι άνθρωποι. Πρώτα πήγα στο περίπτερο της πλατείας, να πάρω τσιγάρα κι εφημερίδα. Ο περιπτεράς με καλημέρησε όπως πάντα και μου 'δωσε τα ρέστα μαζί με τα καθημερινά μου ψώνια.
Στο φούρνο τα ίδια. Πρόσεξα τη γυάλινη πόρτα του φούρνου. Εβλεπα να καθρεφτίζονται επάνω της όλοι, από μένα όμως έβλεπα μόνο το φουστάνι μου.
Τι γινόταν; Μ' έβλεπαν όλοι, μόνο που δεν έβλεπα τον εαυτό μου πουθενά. Γύρισα σπίτι, τσίμπησα κάτι και ξάπλωσα στο καναπέ.
Οταν σηκώθηκα μετά από λίγο, τα μαξιλάρια έμειναν βουλιαγμένα και το φουστάνι μου έμεινε απλωμένο πάνω του.
Ξαφνιάστηκα.
Το πήρα και το ξαναφόρεσα. Αισθανόμουν ένα είδος ασφάλειας μέσα σ' αυτό το ρούχο. Δε καταλάβαινα τι συμβαίνει.
Είχα χάσει τον εαυτό μου;
Πώς θα τον ξανάβρισκα;
Πήγα στη μπανιέρα, τη γέμισα και βούλιαξα στο χλιαρό νερό. Ένοιωσα τα μέλη μου να διαλύονται, να γίνονται ένα με το αφρόλουτρο, να παίρνουν αφύσικα σχήματα, ένα χέρι σα στριμένο καλώδιο, ένα πόδι σα σχισμένη μπανανόφλουδα. Ολα καλυμμένα απ' τον αφρό πράσινου μήλου. Ξεπλύθηκα γρήγορα με παγωμένο νερό, που το ένοιωθα να τρέχει πάνω στο κορμί μου σαν ηλεκτρικό ρεύμα, απ' τη βάση του λαιμού μέχρι κάτω. Βγήκα απ' τη μπανιέρα, πήρα το μπουρνούζι μου και σκουπίστηκα καλά-καλά. Ξανακοίταξα στο καθρέφτη, τίποτα!
Ντύθηκα -μπλούζα παντελόνι αυτή τη φορά- και πήγα στη στάση του μετρό. Κατέβηκα και στριμώχτηκα με το πλήθος για να μπω σ' ένα βαγόνι. Ένοιωθα τ' άλλα σώματα να πιέζουν το δικό μου. Κάθισα σε μια θέση. Ένοιωθα απολύτως υπαρκτή. Έρριξα μια κλεφτή ματιά στο τζάμι του βαγονιού. Είδα όλους τους επιβάτες, τα πρόσωπα, τα ρούχα τους, όλα, εκτός απ' το πρόσωπό μου.
Που βρισκόμουν άραγε;
Γιατί δε μπορούσα να με δω;
Οι άλλοι άραγε έβλεπαν τα δικά τους πρόσωπα;
Εμένα μ' έβλεπαν φαίνεται, γιατί κάποιος με ρώτησε για κάποια στάση κι άκουσε σίγουρα την απάντησή μου, μια και μ' ευχαρίστησε. Είπα και 'γώ κάτι όμορφο για το παιδάκι μιας γυναίκας κι εκείνη με κοίταξε γλυκά λέγοντας στο μικρό «πες καλημέρα στη κυρία Γιωργάκη».
'Αρα; Τι συνέβαινε;
Ποιός θα μου έλυνε αυτό το μυστήριο;
Γύρισα σπίτι και τηλεφώνησα στη κολλητή μου φίλη. Γνωριζόμαστε από παιδιά και μπορούσα να της εκμυστηρευτώ τα πάντα ή σχεδόν τα πάντα. Μ' άκουσε με προσοχή και μου 'δωσε ραντεβού για να συναντηθούμε το απόγευμα σ' ένα ζαχαροπλαστείο. Ηρθε λίγο αργοπορημένη, ως συνήθως. Με κοίταξε προσεχτικά και κάθησε απέναντί μου.
«Τι είναι αυτά που μου 'λεγες στο τηλέφωνο;» ρώτησε περιμένοντας μια καθησυχαστική απάντηση, πως όλα ειν' εντάξει τώρα, πως όλα ήταν της φαντασίας μου.
'Εστρεψα το βλέμμα προς τη τζαμαρία του καταστήματος, πάλι δεν έβλεπα τίποτ' από μένα εκτός απ' τα ρούχα μου, της το είπα και με κοίταξε ερωτηματικά, σα να σκεφτόταν πως, πάει, τρελλάθηκα...
Μου είπε μια φράση-κλειδί:
«Μήπως σταμάτησες να υπάρχεις για σένα;
Μήπως υπάρχεις μόνο για τους άλλους;»
Αποχαιρετιστήκαμε κι ένοιωσα καθαρά το φιλί της στο μάγουλό μου και το μάγουλό της στα χείλη μου. Επιστρέφοντας στο σπίτι τα λόγια της τριβέλιζαν το νου μου.
Μήπως;
Πήρα ένα αγαπημένο βιβλίο και ξάπλωσα. 'Εβαλα την αγαπημένη μουσική και με πήρε ο ύπνος, σχεδόν ευτυχισμένη.
Το άλλο πρωί ξύπνησα, σηκώθηκα και ξεκίνησα τη μέρα κάνοντας τις συνηθισμένες μου κινήσεις.
Ο καθρέφτης ανταποκρίθηκε στο κοίταγμά μου.
Ημουν ολόκληρη μέσα του!
Εβγαλα ένα στεναγμό ανακούφισης.
Αχ! Υπήρχα πραγματικά, υπήρχα!

Μαρίνα Τριανταφύλλου