Πέμπτη 27 Μαρτίου 2008

Το χρώμα του φεγγαριού


Tι χρώμα έχει η λύπη;

Ρώτησε το αστέρι την κερασιά και παραπάτησε στο ξέφτι κάποιου σύννεφου που περνούσε βιαστικά.

Δεν άκουσες;
Σε ρώτησα, τι χρώμα έχει η λύπη;
– Έχει το χρώμα που παίρνει η θάλασσα την ώρα που γέρνει ο ήλιος στη αγγαλιά της.
Ένα βαθύ άγριο μπλέ.
– Τι χρώμα έχουν τα όνειρα;
– Τα όνειρα;
Τα όνειρα έχουν το χρώμα του δειλινού.
– Τί χρώμα έχει η χαρά;
– Το χρώμα του μεσημεριού αστεράκι μου.
– Και η μοναξιά;
– Η μοναξιά έχει χρώμα μενεξελί.

– Τι όμορφα που είναι τα χρώματα!
Θα σου χαρίσω ένα ουράνιο τόξο, να το ρίχνεις επάνω σου όταν κρυώνεις.
Το αστέρι έκλεισε τα μάτια του και ακούμπησε στο φράκτη.
Έμεινε κάμποσο εκεί και ξεκουράστηκε.

– Και η αγάπη;
Ξέχασα να σε ρωτήσω, τι χρώμα έχει η αγάπη;
– …Το χρώμα που έχουν τα μάτια του Θεού, απάντησε το δέντρο.
– Τι χρώμα έχει ο έρωτας;
– Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού, όταν είναι πανσέληνος.
– Έτσι ε;
O έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού, είπε τo αστέρι…

Κοίταξε μακριά στο κενό… Και δάκρυσε …

– Πες μου ένα χαρούμενο τραγούδι για την ζωή, είπε το δέντρο στ’ αστέρι του.
– Το τραγούδι που λέει η καγκελόπορτα, όταν ανοίγει και μπαίνει κάποιος που αγαπάς.

– Δείξε μου ένα ακριβό στολίδι.
– Τα καράβια και τους Ινδιάνους με τα βέλη και τα πολύχρωμα φτερά, που είναι
ζωγραφισμένα στους άσπρους τοίχους μιας καμαρούλας.

– Όμορφη βραδιά απόψε.
Aκου, πως τραγουδάει το τριζόνι!
Σε λίγο θα βγεί ο Αυγερινός.
Σε λίγο θα ξημερώσει.
Κοίτα που ξεχάστηκε μια ξελογιασμένη καρδερίνα.
Και ξαγρυπνά.
Κοιτάζει το φεγγάρι.
Και ονειρεύεται…

Σε λίγο θα ξημερώσει…
Κοίτα που ξεχάστηκαν κάποιοι ξελογιασμένοι άνθρωποι.
Και ξαγρυπνούν.
Κοιτάζουν το φεγγάρι.
Κι ονειρεύονται…
Ονειρεύονται και ελπίζουν…

Αλκυόνη Παπαδάκη

Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2008

προσευχή.....


Μεγαλοδύναμε Κύριε,
τον αγαπώ και δεν γίνεται να κάνω αλλιώς.
Πάλεψα και δε γίνεται να ξεριζώσω μιαν αγάπη ριζωμένη,
όπως δε γίνεται να φυτέψεις με τη βία στην καρδιά έναν έρωτα.
Μεγαλοδύναμε Κύριε,
τον αγαπώ και δεν γίνεται να κάνω αλλιώς.
Για αυτό δώσε μου τη δύναμη να τον αγαπώ
έτσι όπως κανείς δεν με έχει διδάξει:

Να τον αγαπώ χωρίς προσδοκία,
χωρίς απαίτηση,
χωρίς σύγκριση,
χωρίς παζάρι,
χωρίς γκρίνια,
χωρίς οργή,
χωρίς αδημονία.
Να τον αγαπώ και
να μην τον κατασκοπεύω,
να μην τον εκβιάζω,
να μη προσπαθώ να με θαυμάσει,
να μη προσπαθώ να με λυπηθεί.

Να αποζητώ το καλό του όσο και το δικό μου καλό,
και να μη θυμώνω όταν αυτά τα δύο δε συμπίπτουν.

Να αντέχω να περιμένω,
να αντέχω να μη μοιάζει με ίνδαλμά μου,
να αντέχω να μου ανατρέπει τα όνειρά μου.
Να δέχομαι να μη με καταλαβαίνει έτσι όπως το εννοώ εγώ.
Να δέχομαι να μη τον καταλαβαίνω έτσι όπως το εννοώ εγώ.
Να τον χαίρομαι περισσότερο από όσο του παραπονιέμαι,
να τον χαίρομαι χωρίς να τον διορθώνω.

Να τον θαυμάζω χωρίς να υπολογίζω πως θα τον κακομάθω.
Να γίνομαι περισσότερο σπλαχνική παρά δίκαιη.
Να μη του φωνάξω ποτέ πως μετάνιωσα.

Μεγαλοδύναμε φώτισέ με
με την αγάπη την ελεύθερη,
την αγάπη την σταυρωμένη.

Να δραπετεύσω από την δυναστεία του έρωτά μου,
από την αλαζονεία της γνώμης μου,
από την ζητιανιά του κορμιού.

Να κάνω καρτερία στην απόρριψη,
υπακοή σε αυτό που δεν καταλαβαίνω.
Να λυγίζω στην άγνοια και την αδυναμία μου.
Να τον κερδίσω μονάχα αγαπώντας τον.
Απλά και αληθινά.
Aπλά και ήσυχα.
Αφού η αγάπη η καθαρή είναι πάντα,
πάντα αμοιβαία.

Μάρω Βαμβουνάκη

Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2008

Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2008

Post-Love



Αν είμαστε έτσι καλά
μ' αυτή την αγάπηπου πότε σωπαίνει
και πότε μιλά


Μπορούμε να μπούμε
σε πλοία και τρένα
να δούμε πολλά ή κανένα


Αν είμαστε έτσι γεροί
και νιώθουμε ωραία
που είπαμε όχι σε τόσα μπορεί


Υπάρχει ένας χρόνος
στ' αλήθεια
να ζει για τον έναν ο άλλος


Αν είμαστε έτσι ζεστά
και κάνουμε αστεία στη μέση του δρόμου
στον κόσμο μπροστά


Δεν ξέρω τι άλλο
μπορούσα να ελπίζω
θα χάσω είχα πει μα κερδίζω


στίχοι: Λίνα Νικολακοπούλου
μουσική: Νίκος Αντύπας
πρώτη εκτέλεση: ΄Αλκηστις Πρωτοψάλτη

Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2008

Ιστορία αγάπης



Τον συνάντησε στο δάσος.
Γυμνός ήταν, κυνηγός.
Κυνηγούσε λέξεις.
Τις αιχμαλώτιζε με απόχη,
τις βαλσάμωνε δικές του.
Δεν του μιλούσε.
Καθόταν δίπλα του αθόρυβα.
Φορούσε μενεξεδένια κι άσπρα
φορέματα και κρινολίνα
από άχνη και κανέλα.
Αυτός την κοίταζε κρυφά,
ενώ συγχρόνως κυνηγούσε
τη λέξη «απέχω» ή τη λέξη «νοσταλγώ».
Αυτή είχε μικρούς καθρέφτες νάρκισσους
πάνω της κεντημένους,
παγίδευαν το βλέμμα προς τα έξω
ή ίσως δεν τολμούσε να κοιτάξει
την άλλη γυναίκα
που δίπλα της πνιγόταν σε πηγάδι.
Ύστερα αγαπήθηκαν.
Ο κυνηγός αγάπησε τη λέξη «αγάπη»
κι αυτή τον κυνηγό μες στους καθρέφτες της.


Χλόη Κουτσουμπέλη

Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2008

η νοσταλγία της πρώτης φοράς....


Ενα μικρό ροδοπέταλο, το πιο μικρό και τρυφερό απ΄όλα, το
στερνοπαίδι ενός τριαντάφυλλου πούχε τάξει τα φύλλα του
μονοπάτι αγάπης να γίνουν, σε μια γωνιά κρύφτηκε, κούρνιασε
πάνω στον πόθο του να σε ξαναδεί για μια ακόμα φορά, περίμενε σκορπώντας το άρωμά του να σε σαγηνέψει όταν θαρχόσουνα...
κι ορφάνεψε απ΄το άρωμά του, μαράθηκε κάποια στιγμή...
συρρικνώθηκε φυλακίζοντας μέσα του τη νοσταλγία της πρώτης φοράς...
αφυδατώθηκε με την ανάμνηση της μυρουδιάς που σου χάρισε κι
εσύ τη ρούφηξες -πρωτόγνωρη αίσθηση μιας στιγμής ευτυχίας και
για τους δυο, αυτό βρίσκοντας μια ζεστή εισπνοή σε ένα ερωτικό λαχάνιασμα κι εσύ, ένα αιθέριο έλαιο φτιαγμένο λες για σένα, για
μια μέθεξη με τη χαρά της ζωής-
...κάποια στιγμή, μετά από καιρό...
μια απαλή αύρα το ξετρύπωσε απ τη γωνιά του...
το πήρε μαζί της για ένα μακρινό ταξίδι...
τώρα πια, ποιος ξέρει που να ταξιδεύει...
ίσως να σε ψάχνει και να παρακαλά την αύρα:
-Αύρα μου, τι θέλεις να σου τάξω, αγέρας νοτιάς να σ΄αγαπήσει
σαν κι εγώ αγάπησα έναν αγέρα νότιο...
μον΄ πάρε με στη ζεστή σου πνοή και πήγαινέ με στο ζεστό νότο,
βοριάδες δεν μου πρέπουν...
κι η αύρα, στην τόση λαχτάρα μπροστά...
ν΄αλλάξει ρότα θέλει, στο νότο ροβολάει...
κι αν είν΄ο νότος να ζεστάνει την καρδιά σου...
-λέει στο μικρό ροδοπέταλο-
...κι αν είναι οι ατμοί της θάλασσας να ξαναγεμίσουν με σφρίγος και
χυμούς τους άδειους ιστούς σου...
κι αν είναι οι κραυγές των γλάρων να σε κάνουν
να χαμογελάσεις...
κι αν είναι τα μικρά κυματάκια να σε κάνουν να παίξεις μαζί τους...
εγώ θα σε πάω...
μα θα φύγω μετά για πάντα...
κι εκεί θα μείνεις.
Θέλεις;
Το μικρό, τρυφερό ροδοπέταλο, το στερνοπαίδι, το μαραμένο
απ΄την προσμονή, κούνησε το κεφάλι:
-Ναι να με πας και να μην έρθεις ξανά στη ζωή μου. Στο νότο θε
να ζήσω. Στους γλάρους θ΄ακουμπάω την ακοή μου, στα κυματάκια τ΄άσπρα το βλέμμα μου, στους μυρωμένους υδρατμούς την
όσφρησή μου, στην απαλή άμμο την αφή μου, στην αλμύρα τη
γεύση μου.
Τίποτα άλλο δεν θα μου έχει μείνει πια για να θέλω να φύγω.
Κι η αύρα, έτσι έκανε.
Μια τέτοια αύρα να πάρει και σένα στη ζεστή πνοή της.

θέλει να πει πολλά αυτός
ο ανώνυμος που τόγραψε!!!